σύμπλασις
σύμπλασις, confictio
σύμπλᾰσις, εως, ἡ, =
- confictio, Gloss.
σύμπλασις, εως (ἡ) [ᾰ] travail d’imagination, fiction, Nyss.
Étym. συμπλάσσω.
σύμπλασις, ἡ, Erdichtung, Sp.
σύμπλασις, confictio