συμπλάζομαι Save LSJ Bailly 2024 Pape συμπλάζομαι, f.l. in S. Fr. 373.5 for συνοπάζεται. συμ·πλάζομαι (seul. prés.) errer avec, Soph. fr. 342 Dind. συμπλάζομαι, (πλάζομαι), = συμπλανάομαι.