συμφωνούντως
συμφωνούντως, in harmony with
συμφων-ούντως, Adv.
- in harmony with, σ. ἑαυτῷ λέγειν Pl. Lg. 662e.
συμφωνούντως, adv. d’accord avec, dat. Plat. Leg. 662e.
Étym. συμφωνέω.
συμφωνούντως, übereinstimmend, ἑαυτῷ λέγειν, Plat. Legg. II.662e.