συμψεύδομαι
συμψεύδομαι, tell a lie together
συμψεύδομαι, Med.,
- tell a lie together, Plb. 6.3.10; τινι with one, Plu. Garr. 2.508e.
συμ·ψεύδομαι, mentir ensemble ou avec, dat. Pol. 6, 3, 10 ; Plut. M. 508e.
συμψεύδομαι, mit od. zusammen lügen, συμψεύδεσθαι καὶ συγχρῆσθαι τῷ τῆς βασιλείας ὀνόματι, fälschlich brauchen, Pol. 6.3.10.