Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συμφωτίζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συμφυλέτης
συμφυλία
σύμφυλος
συμφῦναι
συμφύνω
συμφυράω
συμφύρδην
συμφυρμός
σύμφυρσις
σύμφυρτος
συμφύρω
συμφυσάω
συμφυσιόω
σύμφυσις
συμφυτεύω
συμφυτικός
σύμφυτον
σύμφυτος
συμφύω
συμφυῶς
συμφωνέω
συμφώνημα
συμφώνησις
συμφωνία
συμφωνιακός
συμφωνικός
σύμφωνος
συμφωνούντως
συμφώνως
συμφωτίζομαι
συμφωτίζω
σύμψαλμα
σύμψαυσις
συμψαύω
συμψάω
συμψέλια
συμψελλίζω
συμψελλισμός
συμψεύδομαι
συμψηφίζω
συμψηφιστής
συμψηφοθετέω
συμψηφολογέω
σύμψηφος
συμψήχω
συμψιθυρίζω
συμψιλόω
συμψοφέω
συμψυχέω
συμψυχία
συμψύχομαι
σύμψυχος
συμψυχόω
συμψύχω
σύν
συν
Συνααρών
συναβολέω
συναγάλλομαι
συναγανακτέω
συναγανάκτησις
…
συμφωτίζω
Save
Pape
συμφωτίζω
,
zugleich od. zusammen leuchten
, Plut.
plac.phil
. 3.1 im med.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}