συναρμόττω Save LSJ Bailly 2024 Pape συναρμ-όττω, Att. for συναρμόζω (q.v.). συν·αρμόττω, att. c. συναρμόζω. Plat. Theæt. 204a, Leg. 729a, etc. ; Arstt. Metaph. 1, 5, etc. συναρμόττω, att. statt συναρμόζω.