About Report a problem

Menu

συναρμόζω

συναρμόζω, to fit together

συναρμόζω, Att. συναρμόττω Pl. Ti. 32b, etc.: Dor. aor. συνάρμοξα Pi. N. 10.12:— pf. Pass. -ήρμοσμαι, aor. -ηρμόσθην (v. infr.):
      • 1 in physical sense, fit together, κεραίαν δίχα πρίσαντες ξ. πάλιν ὥσπερ αὐλόν Th. 4.100; ξυνάρμοσον βλέφαρα . . χερί close them, E. Ph. 1451, cf. IT 1167; σ. τοὺς πόρους Thphr. Sens. 9; τι πρός τι Hp. Aër. 9, Arist. HA 541b4:—Pass., λίθοι εὖ συνηρμοσμένοι Hdt. 1.163; ἀλλήλοιν συναρμοσθῆναι Pl. R. 412a; to be joined in wedlock, Arist. Mir. 840b14, PSI 2.166.17 (ii B.C.), IG 5(2).268.30 (Mantinea, i B.C.), BGU 1103.23 (i B.C.),
        • b put together, so as to make a whole, σκάφος, ἵππον, E. Hel. 233 (lyr.), Tr. 11; πόλινς. Pl. Lg. 628a; σ. τοὺς πολίτας πειθοῖ τε καὶ ἀνάγκῃ Id. R. 519e; τὰ τῆς ἀρχῆς οὐ συνηρμοσμένα καλῶς D. 11.8:—Pass., συναρμοσθέντʼ Ἀφροδίτῃ Emp. 71.4.
      • 2 of combination in act or thought, ὁμοῦ βίην τε καὶ δίκην σ. Sol. 36.14; καρπὸν δίκᾳ Pi. N. 10.12; σ. εἰς ταὐτόν Pl. Ti. 35a; τρία ὄντα σ. Id. R. 443d; ἰδέας ἀλλήλων ἀφεστώσας Isoc. 15.11; compound a word, ἀπὸ τοῦ θεῖν καὶ ἅλλεσθαι Pl. Cra. 414b:—Pass., ἡ συνηρμοσμένη λέξις Phld. Po.Herc. 994.26; πρὸς ἄλληλα σ. ib. 35.
      • 3 metaph., adapt or conform one thing to another, εὐχερείᾳ σ. βροτούς, i.e. make them indifferent to crime, A. Eu. 495 (lyr.); σ. τοῖς παροῦσι τὸν τρόπον Ephipp. 7; ταῖς ποιότησι τὰς ποσότητας Theon ap. Gal. 6.96:—Pass., πρὸς παρόντα συνηρμοσμένος X. Ap. 16; esp. of Music, λύρα συνηρμοσμένη πρὸς τὸν αὐλόν Id. Smp. 3.1.
    • II intr., fit together, Pl. Tht. 204a, Arist. GA 747b1, PA 654b19.
      • 2 metaph., agree together, ἀλλήλοις Pl. Prt. 333a, Phld. Po.Herc. 994.27; τοσαύτῃ φιλίᾳ Lys. Fr. 261 S.; σ. εἰς φιλίαν X. Mem. 2.6.20: abs., Id. Cyr. 7.5.60, etc.; σ. εἰς ἅπαντα Pl. Lg. 729a.
    • III Med. much like Act., join together, unite, Id. Ti. 53e, Plt. 309c; δεῖ γάμον -εσθαι πρὸς τὸν ἴδιον τόνον τᾶς ψυχᾶς Callicrat. ap. Stob. 4.28.18, cf. Plu. Sol. 15; join in wedlock, νέαν καὶ ὡραίαν Ocell. 4.6.
      • 2 adapt oneself, ἅπαντι καιρῷ D.L. 4.37, cf. Socr. ap. Stob. 3.4.58.

Saved

Recent