συναριθμητέον
συναριθμητέον, one must count in
συνᾰριθμ-ητέον,
- one must count in, Herod.Med. ap. Orib. 10.37.15.
συναριθμητέον [ᾰ] vb. de συναριθμέω, Hérodotus (Orib. 2, 465 B.-Dar.) ; Plot. Enn. 1, 66 Creuz.