συνοικιστήρ
συνοικιστήρ, a fellow-colonist
συνοικ-ιστήρ, ῆρος, ὁ,
- one who joins in peopling, fellow-colonist, Pi. O. 6.6, Fr. 186.
συνοικιστήρ, ῆρος (ὁ) fondateur d’une colonie, Pd. O. 6, 8 ; fr. 185 ; Lyc. 964.
Étym. συνοικίζω.
συνοικιστήρ, ῆρος, ὁ, = συνοικιστής, Pind. Συρακοσσᾶν Ol. 6.6, γαίας frg. 185.
συνοικιστήρ
- 1co-founder εἰ δʼ εἴη μὲν Ὀλυμπιονίκας, βωμῷ τε μαντείῳ ταμίας Διὸς ἐν Πίσᾳ, συνοικιστήρ τε τᾶν κλεινᾶν Συρακοσσᾶν (sc. Ἁγησίας: ὅτι οἱ πρόγονοι αὐτοῦ σὺν Ἀρχίᾳ παρεγένοντο ἐν Συρακούσαις οἱ Ἰαμίδαι. Σ: contra Wil., 307) O. 6.6
συνοικιστήρ, ῆρος, ὁ,
from συνοικίζω
- a fellow-colonist, Pind.