συνυλακτέω
συνυλακτέω, bark together
συνῠλακτέω,
- bark together, Nonn. D. 3.176, etc.
συν·υλακτέω-ῶ [ῠλ] aboyer avec, Nonn. D. 3, 176.
συνυλακτέω, mit, zusammen bellen, Nonn. D. 3.175, 36.196.