συντυχικός
συντυχικός, accidental
συντῠχ-ικός, ή, όν,
- accidental, ὀλισθήσεις Plu. Cons.ux. 2.611a (συγχυτικαί Reiske).
συντυχικός, ή, όν [τῠ] fortuit, Plut. M. 611a.
Étym. συντυχία.
συντυχικός, ή, όν, zufällig ; Plut. consol. ad ux. 9 ; K.S.