Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συντρόφη
συντρόφη, foster-sister
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συντορυνάω
συντραγῳδέω
συντρανόομαι
συντρανόω
συντράπεζος
συντραυλίζω
συντράχηλος
σύντρεις
συντρέπω
συντρέφω
συντρέχεια
συντρέχω
σύντρησις
σύντρητος
συντριαινόω
συντριβή
συντριβής
συντρίβω
συντριηραρχέω
συντριηράρχημα
συντριήραρχος
συντρίκλινος
σύντριμμα
συντριμμός
σύντριχος
Σύντριψ
σύντριψ
σύντριψις
σύντροπος
συντροφέω
συντρόφη
συντροφία
σύντροφος
συντρόφως
συντροχάζω
συντροχάω
σύντροχος
συντρυγάω
συντρυφάω
συντρώγω
συντυγχάνω
συντυλόω
συντυμβωρυχέω
συντυπόω
συντυραννεύω
συντυραννέω
συντυραννοκτονέω
συντύραννος
συντυρόω
συντυφλόω
Συντύχη
συντύχημα
συντυχία
συντυχίζειν
συντυχικός
συντυχικῶς
συνυβρίζω
συνυγιαίνω
συνυγραίνομαι
συνυθλέω
συνυλακτέω
…
συντρόφη
Save
συντρόφη, foster-sister
LSJ
συντρόφ-η, ἡ,
foster-sister,
CIG
(add.) 3857i (Phrygia).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}