About Report a problem

Menu

τερπότραμις

τερπότραμις,
  • = ἡ τῶν ἀφροδισίων τέρψις (Phot.), Telecl. 66; expld. by Meineke as ὁ τοῖς ἀφροδισίοις τερπόμενος.

Saved

Recent