τερσιά Save LSJ Bailly 2024 Pape τερσιά, ἡ, = τρασιά, Jul. Ep. 180. τερσιά, ᾶς (ἡ) c. τρασιά, Jul. Ep. 24. τερσιά, ἡ, wie ταρσός, ταρσιά, τρασιά, eine Vorlichtung, Etwas darauf zu trocknen, Sp.