τανυσιπτέρυγος Save LSJ Bailly 2024 Pape τᾰνῠσι-πτέρῠγος, ον, = foreg., Man. 2.78. τανυσι·πτέρυγος, ος, ον [ᾰῠῠ] c. τανυπτέρυγος Man. 2, 78. τανυσιπτέρυγος, = τανυπτέρυξ, Maneth. 2.78.