Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τανύσκω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τάνυμαι
τανύμετρος
τανυμήκης
τάνυμι
τανῦν
τανύπεπλος
τανύπλεκτος
τανύπλευρος
τανυπλόκαμος
τανύπους
τανύπρεμνος
τανύπρωρος
τανύπρῳρος
τανύπτερος
τανυπτέρυγος
τανυπτέρυξ
τανύπτορθος
τανύρριζος
τανύρρινος
τανύρροιζος
τανύσθεν
τανυσίδρομος
Τανύσιος
τανυσίπτερος
τανυσιπτέρυγος
τάνυσις
τανυσίσκοπος
τανύσκιος
τανύσκομαι
τανυσκόπελος
τανύσκω
τάνυσσα
τανύστροφος
τανυστύς
τανύσφυρος
τάνυται
τανύτριχος
τανυφάντης
τανύφθογγος
τανύφλοιος
τανύφυλλος
τανυχειλής
τανύω
Τάξακις
ταξᾶτος
ταξείδιον
ταξεώτης
ταξεωτικός
ταξιαρχέω
ταξιάρχης
ταξιαρχία
ταξιαρχικός
ταξίαρχος
Τάξιλα
ταξίλαι
Ταξίλης
ταξίλοχος
ταξιόζωτος
ταξιόομαι
ταξιόω
τάξις
…
τανύσκω
Save
Pape
τανύσκω
, späte Form statt τανύω, Damasc. bei Phot.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}