ταχυβάδιστος Save Bailly 2024 Pape ταχυ·βάδιστος, ος, ον [ᾰῠᾰ] c. le suiv. Adam. Physiogn. 2, 42. Étym. τ. βαδίζω. ταχυβάδιστος, = ταχυβάμων, Adamant. physiogn. 2.42.