Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ταχεῖα
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ταφεών
ταφή
ταφήϊος
ταφικόν
Τάφιοι
τάφιος
Τάφιος
τἀφόδια
ταφοειδής
τάφος
Τάφος
Ταφόσιρις
ταφρεία
τάφρευμα
τάφρευσις
ταφρευτής
ταφρεύω
τάφρη
ταφροβολέω
ταφροειδής
ταφροποιέω
τάφρος
Τάφρος
ταφρώδης
ταφρωρύχος
τάφρωσις
ταφών
τάχα
τάχει
ταχεῖ
ταχεῖα
τάχειον
ταχέως
ταχεωστί
ταχθῆναι
ταχίζω
ταχινά
ταχίνας
ταχινός
ταχινῶς
τάχιον
τάχιστα
τάχιστος
ταχίων
Ταχομψώ
τάχος
ταχύ
ταχυάλωτος
ταχυβάδιστος
ταχυβάμων
ταχυβάτης
ταχυβλαστής
ταχυβλαστία
ταχύβλαστος
ταχύβουλος
ταχύγαμος
ταχύγηρος
ταχύγλωσσος
ταχυγονία
ταχύγονος
ταχυγόνος
…
ταχεῖα
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
ταχεῖα,
fém. de
ταχύς
.
ταχεῖα
nom. f. sing.
van
ταχύς.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}