ταχίων Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape τᾰχίων, τάχιον, τάχιστος, τάχιστα, v. ταχύς C. ταχίων, v. ταχύς. ταχίων -ίον comp. van ταχύς. ταχίων, τάχῑον, Sp. häufig, Kompar. zu ταχύς.