ταχυβάτης
ταχυβάτης, fast-walking
τᾰχῠ-βάτης [ᾰ], ου, ὁ, = foreg., E. Rh. 134 (lyr.).
ταχυ·βάτης, ου [ᾰῠᾰ] c. le préc. Eur. Rhes. 134.
ταχυβάτης, ὁ, = ταχυβάμων, Eur. Rhes. 134.
ταχυβάτης
τᾰχῠ-βάτης (βᾰ), ου, ὁ,
βαίνω
- fast-walking, Eur.