τετραμέτρητος
τετραμέτρητος, containing four μετρηταί (a liquid measure)
τετρᾰ-μέτρητος, ον,
- containing four μετρηταί, Callix. 2.
τετρα·μέτρητος, ος, ον [ᾰ] qui contient quatre μετρηταί, Callix. (Ath. 199e).
Étym. τ. μετρέω.
τετραμέτρητος, vier μετρηταί haltend, Ath. V.199d.