τρισκαιδεκαφόρος Save Bailly 2024 Pape τρισκαιδεκα·φόρος, ος, ον [ᾰ] qui donne treize récoltes par an, Luc. V.H. 2, 13. Étym. τρ. φέρω. τρισκαιδεκαφόρος, dreizehnmal Frucht tragend, Luc. V.H. 2.13.