Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τροπίδιον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τροπαϊκιαῖος
τροπαϊκόν
τρόπαιον
τροπαῖος
τρόπαιος
τροπαιουχέω
τροπαιούχημα
τροπαιουχία
τροπαιοῦχος
τροπαιοφορέω
τροπαιοφορία
τροπαιοφόρος
τροπαλίζω
τρόπαλις
τροπαλίς
τροπαλισμός
τροπαλλίς
τροπαλόν
τροπάομαι
τροπάω
τροπεῖον
τροπέω
τροπή
τροπήϊον
τρόπηλις
τροπηλίς
τρόπηξ
τροπίας
τροπίας οἶνος
τροπιδεῖον
τροπίδιον
τροπίδιος
τροπίζω
τροπικός
τροπικῶς
τρόπις
τροπολογέω
τροπολογία
τροπολόγος
τροπομάσθλης
τροπός
τρόπος
τροποφορέω
τροπόω
τροπωτήρ
τρούβλιον
τρούεται
τρούθιος
τρούλιον
τροῦλλα
τρουλλίον
τροῦλλος
τροῦροι
τροφά
τροφάλιον
τροφαλίς
τροφεία
τροφεῖα
τροφεῖον
τροφέοντο
τροφεύς
…
τροπίδιον
Save
Bailly 2024
τροπίδιον,
ου
(
τὸ
) [
ῐδ
] carène d’un navire,
Clém.
97
.
Étym.
τρόπις
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}