τρόπηλις Save LSJ Bailly 2024 τρόπ-ηλις, ιδος, ἡ, v. τρόπαλις. τρόπηλις, dor. τρόπαλις, ιδος (ἡ) [ᾱ] botte (d’oignons) Ar. Ach. 813. Étym. τρέπω.