τυφλοπλαστέω Save LSJ Bailly 2024 τυφλο-πλαστέω, πλάστης, v. τυφοπλαστέω, τυφοπλάστης. τυφλοπλαστέω-ῶ, forger (litt. façonner) des chimères, des fictions, Phil. 1, 521, 654. Étym. τυφλοπλάστης.