Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Morpho
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τομά
τομά, surgery
Slater Pindar
Save
Menu
×
Morpho
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τολμάω
τολμέω
τόλμη
τολμήεις
τόλμημα
τολμηρία
τολμηρός
τολμηρῶς
τολμήρως
τολμῇς
τόλμησις
τολμήστατος
τολμητέον
τολμητέος
τολμητής
τολμητίας
τολμητικός
τολμητός
Τολμίδης
τόλμιλλος
τολμίστατος
τολοιπόν
Τολούμνιος
Τόλοφος
Τολοφώνιοι
τόλυξ
τολύπευμα
τολυπευτικός
τολυπεύω
τολύπη
τομά
τομαῖος
τομάριον
Τόμαρον
Τόμαρος
τομαροφύλακες
τομάς
τομάω
τομεῖον
τομέσι
τομεύς
Τομεύς
τομεύω
τομέχρι
τομή
τομιαῖος
τομίας
τομικός
τόμιον
τομίον
τόμιος
τομίς
Τόμις
Τόμισα
τομοειδής
τομός
τόμος
Τομοῦροι
τόμουρος
Τόμυρις
τομῶς
…
τομά
Save
τομά, surgery
Slater Pindar
τομά
1
surgery
τοὺς δὲ τομαῖς ἔστασεν ὀρθούς P. 3.53
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}