φαρμάκεια
φαρμάκεια, sorceress
φαρμᾰκ-ειᾰ, ἡ,
- = φαρμακίς, name for σίττη (διὰ τὸ πολύιδρις εἶναι), Arist. HA 616b23.
φαρμάκεια, ας (ἡ) [μᾰ] c. φαρμακίς, Arstt. H.A. 9, 17, 1 ; El. N.A. 14, 25.
φαρμάκεια, ἡ, = φαρμακίς, Arist. H.A. 6.18, 9.17.