φαρμακικός
φαρμακικός, of or for a φάρμακον
φαρμᾰκ-ικός, ή, όν,
- of or for a φάρμακον, Tz.ad Lyc. 1137.
φαρμακικός, das φάρμακον betreffend, dazu gehörig, Sp., wie Schol. Lycophr. 1138.
φαρμακικός, of or for a φάρμακον