φαρμάκευσις
φαρμάκευσις, use of drugs, potions, spells
φαρμᾰκ-ευσις, εως, ἡ,
- = φαρμακεία, in pl., Hp. Prorrh. 2.4, Pl. Lg. 845d.
φαρμάκευσις, εως (ἡ) [μᾰ] au pl. c. φαρμακεία, Hpc. Prorrh. 87 ; Plat. Leg. 845d.
φαρμάκευσις, ἡ, = φαρμακεία, Plat. Legg. VIII.845d, im plur.