φαρμακευτής Save LSJ Bailly 2024 Pape φαρμᾰκ-ευτής, οῦ, ὁ, later form for φαρμακεύς, Ph. 1.449, Ptol. Tetr. 161, Vett.Val. 17.10, etc. φαρμακευτής, οῦ (ὁ) [μᾰ] c. φαρμακεύς, A. Tr. 1, p. 29 ; Phil. 1, 449. φαρμακευτής, ὁ, = φαρμακεύς, Sp.