φαρμακεύτρια Save LSJ Grieks Nederlands Pape φαρμᾰκ-εύτρια, ἡ, fem. of φαρμακευτής, Eust. 1415.64; pl., title of the second Idyll of Theoc. φαρμακεύτρια -ας, ἡ [φαρμακεύω] gifmengster. φαρμακεύτρια, ἡ, fem. zu φαρμακευτής, Sp.