φθινοπωρισμός Save LSJ Bailly 2024 Pape φθῐν-οπωρισμός, ὁ, = sq., Anan. 5.3 [φθῑ-, metri gr.]. φθιν·οπωρισμός, οῦ (ὁ) [ῐν] c. le suiv. Anan. (Ath. 282a). φθινοπωρισμός, ὁ, = φθινόπωρον, Ananius. bei Ath. VII.282.