φθινοπωρίς
φθινοπωρίς, autumnal
φθῐν-οπωρίς, ίδος,
- pecul. fem. of foreg., ἀνέμων πνοά Pi. P. 5.120.
- II ἡ φθινοπωρίς (sc. ἐλαία), = κολυμβάς, an olive, Call. Fr. 50.
φθιν·οπωρίς, ίδος [ῐῐδ] adj. f. c. le préc. Pd. P. 5, 161 ; subst. ἡ φθ. (s. e. ἐλαία) Call. fr. 50, sorte d’olive, c. κολυμβάς.
φθινοπωρίς, ίδος, ἡ, bes. p. fem. zu φθινοπωρινός, Pind. P. 5.120, φθ. χειμερία ἀνέμων καταπνοά.
φθῐνοπωρίς f. adj.,
- 1ruining the fruit μὴ φθινοπωρὶς ἀνέμων χειμερία κατὰ πνοὰ δαμαλίζοι χρόνον (contra LSJ autumnal) P. 5.120
φθινοπωρίς
φθῐν-οπωρίς, ίδος,
- autumnal, Pind.