About Report a problem

Menu

φθινοπωρίς

φθινοπωρίς, autumnal

φθῐν-οπωρίς, ίδος,
  • pecul. fem. of foreg., ἀνέμων πνοά Pi. P. 5.120.
    • II ἡ φθινοπωρίς (sc. ἐλαία), = κολυμβάς, an olive, Call. Fr. 50.

Saved

Recent