φιλανθρώπινος Save LSJ Pape φῐλανθρώπ-ινος, η, ον, = sq., IG 7.2711.110 (Acraeph., i A. D.). Adv. -νως dub. l. in Plb. 33.18.3. φιλανθρώπινος, dem φιλάνθρωπος gehörig, ihm geziemend, eigen, Sp.; φιλανθρωπίνως ὑποδεχθείς Pol. 33.16.3.