φιλαπλοϊκός
φιλαπλοϊκός, fond of simplicity
φῐλαπλοϊκός, ή, όν,
- fond of simplicity, Luc. Pisc. 20.
φιλ·απλοϊκός, ή, όν [φῐ] qui aime la simplicité, franc, loyal, Luc. Pisc. 20.
φιλαπλοϊκός, ή, όν, = φιλάπλοος, Luc. Pisc. 20.
φιλαπλοϊκός
φῐλ-απλοϊκός, ή, όν
ἁπλοῦς
- fond of simplicity, Luc.