φοινικίτης
φοινικίτης, palm
φοινῑκίτης [κῑ], ου, ὁ, (φοῖνιξ B. ΙΙ)
- φ. οἶνος palm-wine, Dsc. 5.31.
φοινικίτης, ου (ὁ) [ῑῑ] vin de palmier ou de dattes, Diosc. 5, 40.
Étym. φοῖνιξ.
φοινικίτης, [ῑ] ὁ, οἶνος, Palmwein, Diosc.