φοινικοβατέω
φοινικοβατέω, to climb palms
φοινῑκο-βᾰτέω,
- climb palms, Luc. Syr.D. 29.
φοινικο·βατέω-ῶ [ῑ] monter sur les palmiers, Luc. Syr. 29.
Étym. φοῖνιξ, βαίνω.
φοινικοβατέω, [ῑ] Palmen besteigen, Luc. Dea Syr. 29.
φοινικοβατέω
φοινῑκο-βᾰτέω,
- to climb palms, Luc.