φοινικοβαφής
φοινῑκο-βᾰφής, ές,
- = φοινικόβαπτος, Hld. 3.3, Sch. Ar. Ach. 319, Philostr. Ep. 3, 36.
φοινικο·βαφής, ής, ές [ῑᾰ] c. φοινικόβαπτος, Philstr. Ep. 3, 27 ; Hld. 3, 3.
φοινικοβαφής, [ῑ] ές, = φοινικόβαπτος, Philostr.