φοινικόκροκος
φοινικόκροκος, of purple woof
φοινῑκό-κροκος, ον, (κρόκη)
- of purple woof, ζώνα Pi. O. 6.39.
φοινικό·κροκος, ος, ον [ῑ] à la trame écarlate, Pd. O. 6, 66.
Étym. φοῖνιξ, κρόκη.
φοινικόκροκος, [ῑ] mit purpurnem Einschlage, übh. von roter Wolle gewebt, ζώνα Pind. Ol. 6.39.
φοινῑκόκροκος, -ον
- 1crimson φοινικόκροκον ζώναν O. 6.39
φοινικόκροκος
φοινῑκό-κροκος, ον,
κρόκη
- of purple woof, Pind.