φοινικοσκελής
φοινικοσκελής, red-legged
φοινῑκο-σκελής, ές,
- red-legged, χηλαί E. Ion 1207.
φοινικο·σκελής, ής, ές [ῑ] aux pattes rouges, Eur. Ion 1207.
Étym. φ. σκέλος.
φοινικοσκελής, [ῑ] ές, mit purpurroten Schenkeln, Füßen, Eur. Ion 1207 φοινικοσκελεῖς χηλὰς παρεῖσα.
φοινικοσκελής
φοινῑκο-σκελής, ές
σκέλος
- red-legged, Eur.