Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φοινικογράφος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Φοινικήϊος
φοινικηΐς
φοινικηρόν
Φοινικίας
φοινικίας
Φοινικίας ἄνεμος
Φοινικίδιον
φοινικίζω
Φοινικικός
φοινικικός
φοινικικῶς
φοινίκινος
φοινίκιον
φοινίκιος
Φοινίκιος
φοινικιοῦς
φοινικιόω
φοινικίς
φοινίκισμα
Φοινίκισσα
φοινικιστής
Φοινικιστί
φοινικιστί
φοινικίτης
φοινικο
φοινικοβάλανος
φοινικόβαπτος
φοινικοβατέω
φοινικοβαφής
φοινικογενής
φοινικογράφος
φοινικοδάκτυλος
φοινικοέανος
φοινικοείμων
φοινικόεις
φοινικόθριξ
φοινικοκράδεμνος
φοινικοκρήδεμνος
φοινικόκροκος
φοινικόλεγνος
φοινικόλοφος
φοινικόνωτος
φοινικοπαράδεισος
φοινικοπάρειος
φοινικοπάρηος
φοινικοπάρῃος
φοινικοπάρυφος
φοινικόπεδος
φοινικόπεζα
φοινικόπτερος
φοινικόπτερυξ
φοινικοπώλης
φοινικορόδιος
φοινικόροδος
φοινικόρυγχος
φοινικός
φοινικοσκελής
φοινικοστερόπας
φοινικοστερόπης
Φοινικόστολος
φοινικόστολος
…
φοινικογράφος
Save
LSJ
φοινῑκο-γράφος [ᾰ], ὁ, title of official at Mytilene,
IG
12(2).96, 97.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}