φρονηματώδης
φρον-ημᾰτώδης, ες,
- = φρονηματίας, D.C. 48.19; φ. καὶ γοργός Philostr. Her. 2.10; τὸ φ. Id. VS 1.25.5.
φρονηματώδης, ης, ες [ᾰ] orgueilleux, présomptueux, Philstr. 535, 683, etc.
Étym. φρόνημα, -ωδης.
φρονηματώδης, ες, = φρονηματίας, καὶ μεγαλόγνωμον Philostr.