φρυακτής
φρυακτής, hot-tempered, arrogant
φρυ-ακτής, οῦ, ὁ,
- = φρυαγματίας, ἵππος D.L. 6.7.
φρυακτής, οῦ (ὁ) adj. m. c. φρυαγματίας, DL. 6, 7.
φρυακτής, ὁ, = φρυαγματίας, DL. 6.7.
φρυακτής, hot-tempered, arrogant