φρουρίς
φρουρίς, a guard-ship
φρουρ-ίς, ίδος, ἡ (sc. ναῦς),
- guardship, IG 1(2).22.74, Th. 4.13, X. HG 1.3.17.
φρουρίς, ίδος (ἡ) s. e. ναῦς, vaisseau en croisière, ou convoyeur, Thc. 4, 13 ; Xén. Hell. 1, 3, 17 ; garde-côte, Arstt. Ath. 24, 3.
Étym. φρουρός.
φρουρίς, ίδος, ἡ, Schiff zur Bewachung, Bedeckung, Wachtschiff ; Xen. Hell. 1.3.17, Thuc. 4.13.
φρουρίς, ίδος, ἡ,
φρουρός
- a guard-ship, Thuc., Xen.