About Report a problem

Menu

φρυγανικός

φρῡγᾰν-ικός, ή, όν,
  • = φρυγανώδης, τὰ φ. Thphr. HP 1.5.3, 6.6.1; φ. ἔμβλημα Sammelb. 7361.13 (iii A. D.): Sup., -ώτατα τῇ προσόψει Thphr. CP 3.7.11.

Saved

Recent