φρουράρχης Save LSJ Bailly 2024 Pape φρουράρχ-ης, ου, ὁ, = φρούραρχος, Them. Or. 10.136b (pl.). φρουρ·άρχης, ου (ὁ) c. φρούραρχος, Thém. 136b. φρουράρχης, ὁ, = φρούραρχος.