About Report a problem

Menu

χειροτεχνίτης

χειροτεχν-ίτης [ῑ], ου, ὁ,
  • = χειροτέχνης, Sch.rec. A. Pr. 893. χειρό-τμημα, ατος, τό, in pl., f.l. for χειρόκμητα in Zos.Alch. pp. 209,239B.

Saved

Recent