χειροτεχνία
χειροτεχνία, handicraft
χειροτεχν-ία, ἡ,
- handicraft, βαναυσία καὶ χ. Pl. R. 590c: pl., γεωργιῶν ἀπέχεσθαι . . καὶ χ. ib. 547d; αἱ περὶ χειροτεχνίας ἐπιστῆμαι Id. Plt. 304b.
χειροτεχνία, ας (ἡ) profession manuelle, Plat. Rsp. 590c ; au pl. Plat. Rsp. 547d, Pol. 304b.
Étym. χειροτέχνης.
χειροτεχνία, ἡ, Handwerk, Kunst, die mit der Hand ausgeübt wird, καὶ βαναυσία, Plat. Rep. IX.590c, Polit. 304b.
χειροτεχνία
from χειροτέχνης
χειροτεχνία, ἡ,
- handicraft, Plat.