χειροτέχνημα
χειροτέχνημα, a work of art
χειροτέχν-ημα, ατος, τό,
- work of art, Babr. 30.4 (cj.), Poll. 7.7, Lib. Or. 11.254.
χειροτέχνημα, ατος (τὸ) ouvrage fait à la main, Babr. 30, 4.
Étym. χειροτεχνέω.
χειροτέχνημα, τό, die Arbeit eines Handwerkers, Poll.
χειροτέχνημα, ατος, τό,
- a work of art, Babr. from χειροτέχνης