χειροτέχντμητος
χειροτέχντμητος, cut by hand
χειροτέχν-τμητος, ον,
- cut by hand, πόντος Ph. 1.674 (sed leg. -κμητος); v.l. in Str. 1.3.18.
χειροτέχντμητος, cut by hand